Κατερίνα
Ν. Θεοφίλη
ΚΥΡΙΑΚΗ ΚΑΙ ΠΕΘΑΜΕΝΗ
εγκληματολογική ιστορία∙
άθλος της Πεπέ Όλι
2004
Κατερίνα Ν. Θεοφίλη: «Κυριακή
και Πεθαμένη»
συγγραφή 2004 - α’ έκδοση 2009
Ζωγραφική:Κατερίνα Ν. Θεοφίλη
Έκδοση
Εκτός Εμπορίου: Περιοδικό «Αλεξίσφαιρο»
ΚΥΡΙΑΚΗ ΚΑΙ ΠΕΘΑΜΕΝΗ
Κύρια πρόσωπα
του εγκλήματος:
Πεπέ Όλι = Η περίφημος εγκληματολογική συντάκτις της
εφημερίδας «Τελευταία Βοήθεια». Η λατρεία της στον Αντωνέ
Τσέχωφ, την έμπλεξε σε ένα «κάτι» που έμοιαζε με φόνο...
Δέσπω Παραμύθα = Ένα σώμα άξιο για πτώμα!
Γλομπομάτης Λιχούδης = Διαχειριστής πολυκατοικίας∙ σεξουαλικώς
ελλειψοειδής – κι αυτή η έλλειψις είναι προϋπόθεση εγκλήματος...
Στην εξέλιξη
του εγκλήματος βοήθησαν:
Νικολάκης Όλι = Πατέρας της Πεπέ∙ δεν
εννοούσε να αποσυρθεί στο γαληνευτήριο της νεκρώδους απραξίας∙ είχε εδραιώσει
την μεγαλειότητά του στο διηνεκές του ανέμου και περιέφερε το φάντασμα του ανά
πάσα στιγμή και ώρα...
Αρχισυντάκτης Άυλος = Αρχισυντάκτης του άυλου
εγκλήματος στην εφημερίδα «Τελευταία
Βοήθεια». Από ένα χτύπημα στο κεφάλι,
παρουσίαζε κενά μνήμης τέτοια, που μόλις αντίκρυζε την Πεπέ άλλοτε ούρλιαζε: «Σκοτώστε τον Μπενίτο Μουσσολίνι» κι
άλλοτε ξεκαρδισμένος στα γέλια την έδειχνε και κραύγαζε: «Ουάου! Μια καφέ αρκούδα!»...
Πιοπό Όλι = Αδελφός της Πεπέ και ισόβια χλευαστής της.
Αντωνέ Τσέχωφ = Ρώσος διηγηματογράφος (1860
– 1904). Η διήγηση του «Τρομερή Νύχτα» οδηγεί την Πεπέ στην ανακάλυψη τού
δολοφόνου...
ΚΥΡΙΑΚΗ ΚΑΙ ΠΕΘΑΜΕΝΗ
Ένας θρηνοειδής κόμπος, καλογεμάτος με ζοφερές σκέψεις,
ομιχλώδεις εικόνες, υγρή άπνοια και καλοκαιριάτικη πυρά, έσφιξε στον λάρυγγα
της εγκληματολογικής συντάκτριας της εφημερίδας «Τελευταία Βοήθεια», Πεπέ Όλι,
και εκφράστηκε περαιτέρω ως βρυχηθμός και συνάμα ως γριπιασμένο κλάμμα∙ ο θάνατος του Νικολάκη Όλι,
αξιοσέβαστα ρέμπελου πατρός της, ήτο γεγονός, αλλά τείνουμε να πιστέψουμε –
εμείς οι ακριβέστατοι βιογράφοι της – πως αυτός ο πατέρας δεν ήτο συνηθισμένος
και πως δεν εννοούσε να αποσυρθεί στο γαληνευτήριο της νεκρώδους απραξίας κι ως
εκ τούτου, είχε εδραιώσει την μεγαλειότητά του στο διηνεκές του ανέμου και
περιέφερε το φάντασμα του, ανά πάσα στιγμή και ώρα, στις διαταραγμένες
εγκεφαλικές ισορροπίες της υπερ-εγκληματολογικής ταύτης ευφυίας που συνοπτικά
ονομάζουμε Πεπέ Όλι.
Μεσημέρι, λίγες μόνο ημέρες μετά τον θάνατο του Νικολάκη Όλι
κι η Πεπέ συνομιλούσε στοργικά με το ευεργετικό του φάντασμα∙ η ιερότητα της στιγμής διεκόπη από
ένα σβηστό, διστακτικό κτύπημα στην πόρτα∙
―«Ποιός κρετίνος..;»∙
μουρμούρισε δαγκωμένα κι άνοιξε μ’ εχθρική αποφασιστικότητα.
Μουγκός και με εξόφθαλμο κοίταγμα ενεφανίσθη ο διαχειριστής
της πολυκατοικίας Γλομπομάτης Λιχούδης.
― «Λοιπόν; Τί τρέχει;»∙
πέρασε στο ανακριτικό η Πεπέ.
Ο Λιχούδης χαμογέλασε -κι είχε και ουλίτιδα- αλλά ουδέν
απεκρίθη.
― «Θέλεις κάτι Λιχούδη;»∙
βαριεστημένα και μπάσα η Πεπέ και με σκέψεις, ενδόμυχες εννοείται, να τον
αρχίσει στις φάπες.
― «Πέρασα να πιούμε καφέ»∙
αποτόλμησε ο χαρωπός νέος.
― «Έμπα»∙ είπε αντί
άλλου ευγενούς λόγου η Πεπέ κι αφού καλοβόλεψε το μακρύ ψαλίδι στην τσέπη της
για παν ενδεχόμενο απρόσμενης βίας, κατευθύνθηκε στην κουζίνα όπου έβαλε το
άπλυτο μπρίκι με θολό νερό πάνω στην φωτιά∙
έριξε κατόπιν αμέτρητες κουταλιές καφέ κι άλλες τόσες αμέτρητες ζάχαρη και
ύστερα φιλοτιμήθηκε να ρωτήσει:
― «Δεν μου λες Λιχουδάκη, πώς τον πίνεις τον καφέ σου;»
Νομίζουμε πως ο συρρικνωμένος επισκέπτης απάντησε «μέτριο» ή «σκέτο» κι η Πεπέ ενθουσιάστηκε:
― «Α, ωραία∙ έτσι
τον φτιάχνω!»
Ο καφές ήταν γλυκός σερμπέτι κι η ατάραχη Πεπέ τον σέρβιρε σε
δύο διαφημιστικές βαθιές κούπες που απεικόνιζαν οπίσθια κάποιας πάπιας
καρτούν... Ο ευγενής και ερωτύλος Λιχούδης δεν διαμαρτυρήθηκε∙ αυτό δα του έλειπε∙ δεν φθάνει που θαύμαζε γουρλωτά τις
άσπρες γάμπες της Πεπέ και της οπτικομετρούσε γοφούς και καπούλια, παρά θα
τολμούσε να δυσανασχετήσει για τον καφέ∙
σερμπέτι ξεσερμπέτι τον ρούφηξε τρανταχτά.
― «Λοιπόν Λιχούδη τί νέα;»∙
είπε για να πει η Πεπέ.
Κανένα νέο ο Λιχούδης∙
είχε ορθανοίξει τα γαντζωτά του μάτια κι είχε εστιάσει τώρα στον καμηλοπάρδαλο
λαιμό της∙
― «Ωραίο λαιμό έχεις!»∙
είπε και σάλιωσε περιφερειακά τα χείλη του.
Η Πεπέ δεν κολακεύτηκε∙
σμιχτογέλασε ανησυχητικά και έσφιξε μουλωχτά το ψαλίδι∙ θα τον έκοβε πατρόν αν έκανε πως σαλεύει∙ δεν της το ’βγαζες απ’ το μυαλό πως αυτός ο αζωγράφιστος τύπος
ήταν ένας επιμελής δολοφόνος γυναικών∙αν
τον ερευνούσε, σίγουρα θα του’βρισκε ένα τουλάχιστον εγκληματάκι στο ιστορικό
του.
― «Λιχούδη, πόσο καιρό έχεις να πας με γυναίκα;»∙ έθεσε χωρίς ίχνος συστολής το
αποσαφηνιστικό της ερώτημα η ατσαλάκωτη διανοητικά και ρυθμικά, μαντάμ Πεπέ
Όλι.
Ο Λιχούδης, με το χαμόγελο εκεί στην στοματική του κοιλότητα,
αμετακίνητο κι ανεπηρέαστο, απάντησε ύστερα από κάμποσα δευτερόλεπτα∙
― «Πέντε-δέκα χρόνια...»
Η ηρεμία της απάντησης, ήταν σαφέστατη ένδειξη για την Πεπέ,
πως είχε εμπρός της έναν στυγερό βιαστή δολοφόνο που θα’τρωγε και τίποτα ποδοδάχτυλα των
θυμάτων του...
― «Ααχά...»∙ έκανε
μόνο κι έσυρε έναν γυαλιστερό ήσκιο κάτω απ’τα βλέφαρά της.
Ακολούθησε παύση, μπορεί πεντάλεπτου. Στο διάστημα της
προβληματικής αυτής σιγής, η εικόνα είχε ως εξής: Ο Λιχούδης χαμογελούσε
ακίνητος και το τουρλωτό του ασημοκόπο βλέμμα είχε καρφωθεί, εντελώς
απολίτιστα, πάνω στο στέρνο της Πεπέ, η οποία τον κοιτούσε άλλοτε επίμονα
ευθεία, άλλοτε πλαγιαστά, αλλά πάντα μ’ένα περιούσιο σκεπτόμενο και ειρωνικά
εύθυμο γενικό ύφος.
Η πρώτη κουβέντα της διάσπασης της σιωπής ήταν η εξής
ανατριχιαστική:
― «Λιχούδη, παρατηρώ συμπτώματα στέρησης∙ πρέπει παιδί μου να συνουσιαστείς οπωσδήποτε, για να επανέλθουν
οι οφθαλμοί σου στις τρύπες τους∙
αυτή η εξοφθαλμία θα σου κοστίσει καμμιά ολική τύφλωση και δεν θα μπορείς να
ξαναμπανίσεις κανένα ορεκτικό μπούτι...»
Παρά αυτής της τρομεράς γνωματεύσεως, της θρασυτάτης και
ρηξικέλευθης, ο Λιχούδης ουδόλως εσάλεψε∙
το χαμόγελο του εκεί, ανοιχτό ως λαγοδαγκάνα. Άντε τώρα να μεταπείσει κανείς
την Πεπέ πως αυτό το μούτρο δεν ήταν δολοφόνος σεξουαλικών κινήτρων!
Αίφνης ο Λιχούδης εντυπωσίασε άπαντες τους Θεούς αρχίζοντας να
μιλά για... χρηματιστήριο! Μάλιστα! Δεν σας κάνουμε αστειότητες, ούτε λεκτικούς
εντυπωσιασμούς!∙ συνέβη!∙ ήξερε τις μετοχές απ’ έξω κι
ανακατωτά. Σημειώστε: ήταν επενδυτής αυτής της χαρτούρας που στην ευσεβή γλώσσα
λέγεται “μετοχικό
κεφάλαιο”, και επιπλέον
κονομημένος!∙ με Αθηναϊκό τριάρι
διαμέρισμα, εξοχική κατοικία, μετοχές και δίτροχο πολλών κυβικών∙ είχε και κράνος. Σπουδαγμένος,
καλομαθημένος κι εργαζόμενος σ’ ένα νυχτερινό φαγάδικο. Μόλις 44 χρόνων, με όλα
του τα μαλλιά στην κεφάλα του, καστανοειδής με σβολοτουμπανιασμένους οφθαλμούς,
σαρκώδη χείλη, κομψός και με ευγενικές κινήσεις -αν εξαιρέσεις κάτι απότομες
χειρονομίες που έκανε όταν προσπαθούσε να αρπάξει κανένα κοψίδι απ’τα μεριά της
Πεπέ, τάχα τυχαία. Όλα αυτά τα προσόντα του, που θα τα εκτιμούσε ακόμη και μια
θεόστραβη, για την Πεπέ ήταν “φρικτά χάλια” και “ενδεικτικά εγκληματία” ∙ το εννοούσε!
Πέρασε μαύρο μεσημεριανό μαζί του και για να
τον ξεφορτωθεί του θύμισε το καθήκον του:
― «Λιχούδη, πρέπει να “ξεκουβαλήσεις”..∙ τί θα γίνει η μάννα σου τόσες ώρες
μόνη;∙ μπορεί να’ χει πεθάνει και να
την βρεις κόκκαλο!»
― «Μπάά»∙ είπε ο
νέος προς οδυνηρά απογοήτευση της Πεπέ που πέρασε κατευθείαν στην απότομη
μέθοδο:
― «Τί μπα και ξεμπά;!∙
θα’χει κοκκαλιάσει τώρα η γυναίκα! Κι αν εσένα δεν σε νοιάζει, εγώ δεν θα
φορτωθώ τύψεις για το ότι καθυστέρησες μαζί μου... Α, όλα κι όλα!∙... γι’αυτό ξεκουμπίσου πάραυτα μην σε
“μεταλάβω” τίποτα καριολίκια...»
Αυτό ήταν! Ο Λιχούδης με το σταθερό του χαμόγελο και το
σταθερό του σεξουαλικό λιχούδιασμα, ανασηκώθηκε και λίγο πριν βγει απ’την
πόρτα, γράπωσε την Πεπέ σαν χαρτομάνδηλο και την σφιχταγκάλιασε διπλοτά!∙
― «Α,πανάθεμά-σε!»∙
αναφώνησε η ταλαίπωρη και του’δωσε μια στομαχική σκουντιά, σουτάροντάς τον έξω.
Βρόντηξε την πόρτα κι άρχισε να αναζητά το φάντασμα του πατέρα
της για να συνεχίσουν το κουβεντολόγι τους απ’όπου το’χαν αφήσει.
Ως φαίνεται το φάντασμα το’χε ρίξει στον ύπνο γιατί “είδαμε” την Πεπέ ν’ανοίγει τις
εγκληματολογικές σημειώσεις της, αφού πρώτα έριξε ένα θωπευτικό βλέμμα στο
κρεβάτι και μουρμούρισε:
― «Καλά∙ κοιμήσου
εσύ... Εγώ θα δω τί θα κάνω μ’αυτόν τον τρισανώμαλο τον διαχειριστή∙ α, ζεμάτισμα που το θέλει!..∙ σίγουρα θα’χει σκοτώσει πεντέξι
γυναικούλες...»
Το συντροφικό ροχαλητό του Φαντάσματος παρηγόρησε την
ραβδωμένη καρδιά της και ήρεμη τώρα επικεντρώθηκε στο απανταχού έγκλημα.
Το απόγευμα ήλθε και πέρασε και το αυτό
έπραξε και η νύχτα. Ξημέρωνε πια η επόμενη ημέρα και το κεφάλι της Πεπέ,
νυσταγμένο και βαρύ έγερνε με συνέπεια κι υπευθυνότητα, ακόμα, πάνω στις
σημειώσεις της∙ το μυστήριο του δολοφόνου
Γλομπομάτη Λιχούδη έδειχνε να έχει άμετρο ενδιαφέρον! Το γεγονός πως δεν υπήρχε
η παραμικρά απόδειξη, παρά μόνον ευσεβείς υποψίες, δημιουργούσε στην Πεπέ ένα
τιτανοειδές συναίσθημα κύρους∙ αυτή
θα απεκάλυπτε τον ασύλληπτο δολοφόνο∙
αυτή και μόνον αυτή!
Η βασική της μέθοδος ήταν η συνοχική σκέψη∙ ούτως ειπείν: ο απόλυτος ορθολογισμός και η κατανομή των σκέψεων
σε θέσεις, ρόλους και τα συναφή, ώστε να “γράφουν”
μία υπόθεση∙ εγκλήματος φυσικά ;∙
φυσικάάά!
― «Έχουμε και λέμε: σεξουαλικά πεινασμένος∙ τί πεινασμένος;∙
θεονήστικος! Λοιπόν... ναι... χμ... εεε... βεβαίως... μμ... και ζει με την
μητέρα του...∙ α, αυτή πάλι την
ανωμαλία που την βάζεις;∙ κάτι
τέτοια κατασκευάζουν δολοφόνους... βέβαια... βέβαι... Μμ... ναι∙ ζει με την μητέρα του που δεν την
βλέπει και δεν την ακούει κανείς!∙αχά! ύποπτο...∙ το πιθανότερο είναι πως την έχει σκοτώσει και την διατηρεί σε
καταψύκτη για να παίρνει την σύνταξή της... Κι αν ζει κι είναι “φυτό” τότε δικαιολογείται που δεν μιλά, δεν
κάνει, δεν ράνει....»∙ η Πεπέ
σκεφτόταν μεγαλόφωνα∙
― «... Χμ... Και πώς μαθαίνουμε αν ζει ή δεν ζει η κυρούλα;...
Ε, καλά τώρα... απλά πράγματα...∙
τον παρακολουθώ κανα-δυο μερούλες κι αν έχει φορτωθεί με “βρακοπάνες ακράτειας” τότε σημαίνει πως δεν τις αγοράζει για
ελόγου του..∙ α, βέβαια, αυτό το
μαθαίνω στο άψε – σβήσε...» ∙
ευχαριστημένη που είχε μια πρόοδο στην σκέψη της, σάλταρε στο
κρεβάτι, πλάι στο φάντασμα του πατέρα της και κοιμήθηκε με μιας κι άγνωστο για
πόσες ώρες∙ ήταν φανερό πως ο
αείμνηστος, την νανούρισε με ένα του τραγούδι πάλι∙ βελούδο, σκαλακωτό, γεμάτο αστρικές διαδρομές... όπως όταν ήταν
παιδί... αλλά δεν πρέπει να λέμε «όταν
ήταν παιδί»∙ λάθος μας∙ εμείς οι βιογράφοι της, το ξέραμε
καλά το παμφάγο μυστικό της μεγαλοφυούς Πεπέ Όλι που ήταν ένα και μόνο: Δεν
μεγάλωσε ποτέ!∙ έμεινε για πάντα
εκεί∙ στο κουκούλι των παιδικών της
χρόνων, με το χέρι της πάντα μέσα στην φαρδιά παλάμη του πατέρα της∙ έξω απ’ αυτήν την τεράστια παλάμη
του,θα είχε πεθάνει∙ το ξέραμε:
Ολάκερη η Πεπέ ζούσε μέσα σ’αυτήν την παλάμη∙ μια «τοσοδούλα» που βρήκε το ασφαλές της καρυδότσουφλο! Και τώρα
που πέθανε ο Νικολάκης Όλι, η γιγαντιαία «Τοσοδούλα» έδινε την λυσσαλέα μάχη
της με την ισχυρά αμνησία∙ δεν θα
άφηνε αυτήν την φωλεά στις καρτελοθήκες του ληξιαρχείου∙ α, όχι!∙ δεν θα’ ταν
τίποτα ικανό να αφαιρέσει τον πατέρα της απ’ τον εγκέφαλό της∙ θα δρούσε εκεί ως εκατόχειρας
κωπηλάτης της εγκεφαλικής της γαλέρας∙
κανέναν δεν θα επέτρεπε να ανοίξει αυτήν την παλάμη όπου μέσα της κατοικούσε ο
οργανισμός της Πεπέ και τροφοδοτείτο με υπερφίαλες δυνάμεις∙ κανείς δεν θα της έσπαγε ποτέ το αγαπημένο καρυδότσουφλό της.
Ο ύπνος της ήταν ασαφών κινήσεων και πληθωρικός ονείρων∙ υπολογίζουμε πως κοιμήθηκε κανα
εναμισάρι εικοσιτετραώρου. Πετάχτηκε από ένα εφιαλτικό χτύπημα στην πόρτα
συνοδευόμενο από μια κομμουνιστική ιαχή:
― «Η Δέσπω είμαι. Άνοιξε!»
Αναθεματίζοντας την ώρα και την στιγμή που έπεσαν στην κεφάλα
της τόσοι απροσδόκητοι φίλοι, άνοιξε...
Η Δέσπω, παλιά γνώριμη της Πεπέ, δεν έχαιρε και της εκτιμήσεώς
της παρά της “κόκκινα” εμπλουτισμένης ιδεολογίας
της και της ποιητικής της οντότητας, διότι κατά Πεπέ «η ιδεολογία είναι καταστροφικό ελάττωμα και παράγωγο αποχαυνωτικής
πλήξης». Κατά τα λοιπά, αγαπούσε την Δέσπω γιατί είχε μια αιλουροειδή
πονηριά, άκακη και χαριτωμένη, κι επιπλέον έμοιαζε στους μορφασμούς και στα γαλανοπράσινα
κοιτάγματα των ματιών στην μάννα της∙
την από πενταετίας πεθαμένη Επιστήμη Όλι.
Με τα χίλια ζόρια έφτιαξε καφέ και
μισοκοιμισμένη ακόμα, άντεξε να ακούει τις οικολογικές ανησυχίες της Δέσπως και
περί όλων των βιολογικών προϊόντων∙
από αγγουράκια στρόγγυλα έως αντικαρκινικά ενδύματα από άλευρα ... που λέει ο
λόγος. Κι επιτέλους η Πεπέ μας, έκανε ένσταση:
― «Και δεν μου λες Δέσπω, αυτή η υγιεινή παραγωγή των
βιολογικών αηδιών, η οποία φυτρώνει σε καμμιά δεκαριά χιλιάδες στρέμματα όλα κι
όλα, πώς θα θρέψει τα δε ξέρω πόσα δισεκατομμύρια ζωντανών οργανισμών που
θέλουν να μασαμπουκώσουν;»
Η πάλαι ποτέ διαφωτίστρια του κομμουνιστικού κόμματος, δεν
έδειξε να αγχώνεται απ’το ερώτημα. Αράδιασε στο λεπτό ένα κάρο τρόπους, που
όλους η Πεπέ τους βρήκε ανυπόστατους. Η πρώτη αυτή φάση της κουβέντας τους περί
των οικολογικών θεμάτων και βιολογικών προϊόντων έκλεισε ως εξής:
― «Θα πείσουμε τον κόσμο, να καλλιεργεί στις αυλές του
βιολογικά προϊόντα κι έτσι θα αρκούν για όλους» ∙ είπε η Δέσπω
― «Και πού θα βρεθούν οι αυλές;»∙ ρώτησε η Πεπέ τρίβοντας τα μάγουλά της.
― «Θα πείσουμε τον κόσμο να επιστρέψουν στα χωριά τους που τα
έχουν εγκαταλείψει... Θα δώσουμε κίνητρα αποκέντρωσης...»∙ απάντησε, που να μην έσωνε η Δέσπω, διότι μας εξόργισε την Πεπέ:
― «Και μεις οι γκάγκαροι∙
οι γνήσιοι Αθηναίοι πού θα βρούμε κανα κωλοχώρι να σκάψουμε;»
Απτόητη η Δέσπω:
― «Αφού θα αδειάσει η Αθήνα θα υπάρξουν εδάφη για καλλιέργειες
κι εντός της πόλης...»
Η Πεπέ έξυσε νευρικά τα μούτρα της και κυρίως τ’αυτιά της∙ «για
ιδές που έχει απαντήσεις για όλα» ∙
σκέφτηκε.
― «Δεν κρεμιέσαι κυρά Δέσπω, που θα με βάλεις
να σκάψω στα καλά καθούμενα!»∙
απότομη αντίδραση η Πεπέ.
― «Γιατί όχι; Καλό θα σου κάνει∙ θα γυμνάσεις τους μυς σου, θα χάσεις τα περιττά κιλά!... Μωρέ,
εμείς οι ενεργοποιημένοι αριστεριστές θα πείσουμε τον κόσμο σ’ ένα
ανακυκλωτικού τύπου βιολογικό πρόγραμμα!»
― «Τ’αρχίδια μας θα πείσετε!»∙ ούρλιαξε η Πεπέ και η Δέσπω θεώρησε καλό για την σωματική της
ακεραιότητα, να το βουλώσει επιτέλους.
Εν συνεχεία, το θέμα άλλαξε και πήγε κατευθείαν στο επίκεντρο
της ζωής∙ δηλαδή στο σεξουαλικό
αδιέξοδο των ανθρώπων από εποχής σπηλαίων. Η Πεπέ τσάκα-τσάκα σκιαγράφησε τον
διαχειριστή της ερειπώδους πολυκατοικίας Γλομπομάτη Λιχούδη με την
οφθαλμολογικού τύπου αγαμία του.
― «Έχει να κάνει “άλμα επί κοντώ”
απ’τον καιρό του Νώε!»∙ κατέληξε.
Ακολούθησε ένας σκεπτόμενος βρυχηθμός απ’την Δέσπω, όμοιος με
χλιμίντρισμα∙ εξαιρετικά ύποπτος...∙
― «Χου ου ϊ... αχιού... χμούααου...»
Ήταν “φως
φανάρι”∙ η Δέσπω
οραματίσθηκε το μέλλον της∙ θα
πλεύριζε τον νεαρό διαχειριστή και θα έλυνε μία και δια παντός το οικονομικό
της πρόβλημα και άσε το οικολογικό να περιμένει.
― «Μωρή μπαμπόγρια, τί σκέπτεσαι; Του ρίχνεις δυο μούτζες
χρόνια τουλάχιστον, άσε που μπορεί και να’ναι δολοφόνος...»∙ προειδοποιητική και αποσαφηνιστική η Πεπέ.
Η Δέσπω άφοβη, πολλά σκεπτόμενη κι εκ βαθέων ενθουσιασμένη∙ έτοιμη για το ρίσκο∙ σιγά μην κώλωνε η κουμουνίστρια.
― «Πεπέ, να μου τον γνωρίσεις γρήγορα!»∙ τόνισε∙ για δες που θα
άντεχε ακόμα και τον δολοφόνο της αν ήταν να εξασφαλίσει στέγη∙ βάλε και την εξοχική κατοικία, τις
μετοχούλες, το δίκυκλο των βαρέων κυβικών και μην πούμε τίποτα και για τα
εμφανισιακά χαρίσματα τού... δολοφόνου!
Η Πεπέ ζούσε εφιάλτη∙
― «Να σου τον γνωρίσω;! Σου λέω χριστιανή μου, το παληκάρι
είναι “λαλημένο”! ∙ θα βρεθείς με κανα σουγιά και θα γιατρευτεί μια και καλή το
αυχενικό σου σύνδρομο....»
― «Μωρέ γνώρισέ τον μου εσύ και τ’άλλα άστα πάνω μου. Μόλις
τον μπαγλαρώσω στο κρεβάτι δεν μου ξεφεύγει πια με τίποτα!»
Αυτή η τελευταία δήλωση της Δέσπως έφερε την Πεπέ σε εγκεφαλική
διάσπαση∙ της βγήκε ένα χάζεμα στην
άνω και κάτω σιαγόνα∙ η ευφυία της
για πρώτη φορά μπλόκαρε:
― «Τί εννοεις “αν τον μπαγλαρώσεις στο
κρεβάτι δεν θα σου ξεφύγει πιά” ;....»
― «Είμαι πολλή δυνατή στο σεξ! Μια φορά να το κάνει μαζί μου,
αυτό ήταν∙ δεν θα ξεκολλάει∙ θα γατζωθεί για πάντα απ’το “πράμα” μου!»∙ η σιγουριά των “μόνο για προχωρημένους” διευκρινήσεων της Δέσπως,
προβλημάτισε δυσάρεστα την Πεπέ και λίγο έλειψε να χάσει την αυτοεκτίμησή της
ως γυναίκα∙ η αλαζονεία της υπέστη
ελαφράς ρωγμάς. Έπιασε νευρικά ένα χαρτί κι έγραψε τον τηλεφωνικό αριθμό του
Γλομπομάτη Λιχούδη∙ το έτεινε στην
αδίστακτη κομμουνίστρια με εμφανή σαδισμό∙
― «Ορίστε∙ αυτό
είναι το τηλεφωνικό νούμερο του δολοφόνου σου∙ άμα θες πάρτον μόνη σου∙
δεν σου πέφτουν τα μούτρα...»
Η Δέσπω άρπαξε το χαρτάκι ως σκύλος το λαχταριστό του κόκκαλο,
αναχώρησε απ’ το μικρό διαμέρισμα της Πεπέ και επέστρεψε πάλι ύστερα από 3-4
ώρες.
― «Άλλη δουλειά θαρρείς δεν έχω παρά να ακούω τα μανιφέστα
σου;∙ σε προειδοποιώ δεν θα ανεχθώ
κουβέντα για οικολογικά ραπανάκια!∙
ξέρε-το∙ όταν εξαγριώνεται ο
χαρακτήρας μου, βαράει...»
― «Βρε πια ραπανάκια και τρίχες;...Άκου νέα!∙ του τηλεφώνησα! Πολύ εκλεκτός!
Ωραιότατος τύπος∙ ομιλητικός,
έξυπνος...∙ το ιδανικό κάθε σοφής
γυναίκας!»
Η Πεπέ δεν πίστευε στ’αυτιά της∙ το σεξουαλικό θράσος της Δέσπως ήταν ισάξιο με το εγκληματολογικό
θάρρος το δικό της∙ δεν μπόρεσε να
μην θαυμάσει, αλλά και να μην πάλι ενστασιοποιηθεί∙
― «Εύγε – εύγε! Αλλά όχι κι έξυπνος, όχι κι ομιλητικός ο
Λιχούδης! Ντουβάρι χαμογελαστό ναι, να το δεχθώ∙ ως εκεί...»
― «Μωρέ αδάμας ο άνθρωπος!∙
εξυπνότατος σου λέω! Ομιλητικότατος!»∙ επέμενε η Δέσπω κι η Πεπέ κατέληξε
για να αυτοπαρηγορήσει την ευφυία της πως «σίγουρα
αυτή η ηλίθια η Δέσπω θα βρήκε θέμα ηλίθιο να κουβεντιάσει μ’αυτόν τον
πανηλίθιο!». Αφού τακτοποίησε μέσα της “τα της ηλιθιότητας”, βάλθηκε να απολαμβάνει την νέα περιπέτεια που μόλις
ξεκινούσε και που βεβαιότατα θα κατέληγε σε έγκλημα.
Η Δέσπω Παραμύθα κι ο Γλομπομάτης Λιχούδης είχαν κι όλας
ορίσει την πρώτη τους παθιασμένη συνάντηση για την επαύριον βραδάκι∙ αργούτσικα... Η Πεπέ είχε πολλές
επιφυλάξεις και με άμετρη σοβαρότητα έδωσε αμυντικές συμβουλές:
― «Τον έχω ύποπτο για τον φόνο της ίδιας του της μάννας∙ τον παρακολουθώ για “πάνες ακράτειας”... Να προσέχεις∙ να αποφεύγεις τις σκοτεινές γωνίες, επίσης και τα κλειστά
απομονωμένα μέρη και να’χεις το κινητό σου τηλέφωνο συνεχώς ανοικτό∙ θα σου τηλεφωνώ κάθε μισάωρο...
καλλίτερα κάθε τέταρτο...»
― «Ουφ.. καλά...» ∙
είπε μόνο η Δέσπω και κατευθείαν έγραψε τις “συμβουλές”
στα παλιά της παπούτσια.
... Ιδού τώρα, στρατειές αραχνοτύλιχτων σκελετών με μάτια
κούφια, διήλθαν απ’ την ενόραση της Πεπέ κι έκαναν αρχαίο χορικό ολόγυρα απ’
την φιγούρα της Δέσπως... ∙ πάει
αυτή κλάφτε την..∙ την επαύριον θα
ήτο πτώμα...
Η “επαύριος” επήλθε.
Καλοκαιρινό Σαββατιάτικο βράδι μ’ένα φεγγάρι ματωμένο που
μοιαζε να σχίζεται στα δυό∙ η Πεπέ
το χάζεψε για λίγο, φέρνοντας το χέρι στο στήθος της με μια απαλή κίνηση
βαθύπνοου σπαραγμού∙ οι αναπνοές της
έμοιαζαν κάπως με εκείνα τα κρεμασμένα σε τσιγγέλια αρνιά που κοιτούν ανάποδα
το ίδιο τους το τέλος∙ ο πρώτος και
τελευταίος της φίλος, ο πατέρας της είχε αποσυρθεί στο χωμάτινο βασίλειο τού «ό,τι έγινε – έγινε», κι ο διανοητικός
της έρωτας, ο Αρχισυντάκτης Άυλος από ένα χτύπημα στο κεφάλι, παρουσίαζε κενά
μνήμης τέτοια, που μόλις αντίκρυζε την Πεπέ άλλοτε ούρλιαζε: «Σκοτώστε τον Μπενίτο Μουσσολίνι» κι
άλλοτε ξεκαρδισμένος στα γέλια την έδειχνε και κραύγαζε: «Ουάου! Μια καφέ αρκούδα!». Μ’αυτά και μ’αυτά η Πεπέ είχε μείνει
απαρηγόρητη μπροστά σ’ένα επικίνδυνο φεγγάρι...
Ήταν απαραίτητο να ταυτιστεί με το ζοφερό τοπίο της καρδιάς
της, γι’αυτό αποφάσισε απόψε να ξαναδιαβάσει την διήγηση «Τρομερή νύχτα»* του Αντωνέ Τσέχωφ:
... Τότε ο κ. Τρισαγιάδης κιτρίνιασε,
χαμήλωσε το φως της λάμπας και άρχισε να διηγείται με ταραγμένη φωνή:
― Μια σκοτεινή, αδιαπέραστη ομίχλη ήταν κρεμασμένη απάνω απ’
τη γη, όταν τη νύχτα της παραμονής των Χριστουγέννων του 1883, επέστρεφα στην
κατοικία μου, από ένα φίλο μου –μακαρίτη τώρα- που είχαμε μείνει αργά
καταγινόμενοι σε πνευματιστικά πειράματα. Τα δρομάκια που περνούσα, δεν ξέρω
γιατί, δεν ήταν φωτισμένα και ήμουν αναγκασμένος να προχωρώ σχεδόν
πασπατευτά. Ζούσα στην Μόσχα, στα
Μνηματάκια, σ’ ένα απ’ τα πιο απόκεντρα μέρη του Αμπάτ. Περπατούσα βυθισμένος
σε σκέψεις θλιβερές, σπαρακτικές...
«Η ζωή
σου πλησιάζει στο τέλος... Μετανόησε...»∙ αυτά ήταν τα λόγια που μου είπε το
πνεύμα του Σπινόζα, που είχαμε κατορθώσει να προσκαλέσουμε. Παρακάλεσα να το
ξαναπεί και το τραπεζάκι, όχι μόνο το έκανε, αλλά και επρόσθεσε: «Απόψε τη
νύχτα!».
Τι τα θέλετε κύριοι,
δεν πιστεύω στον πνευματισμό, η ιδέα όμως του θανάτου, απλή μονάχα νύξης γι’
αυτόν, με κάνει μελαγχολικό. Ο θάνατος, κύριοι, είναι αναπόφευκτος, είναι πράμα
συνηθισμένο, και όμως η φύση του ανθρώπου αντιπαθεί κι αυτήν την ιδέα του...
Τότε μάλιστα που με περικύκλωνε ένα αδιαπέραστο, κρύο σκοτάδι, που μπροστά στα
μάτια μου στριφογύριζαν με μανία οι ψιχάλες της βροχής, κι απάνω απ’ το κεφάλι
μου θρηνολογούσε ο αέρας, που γύρω μου δεν έβλεπα ψυχή ζωντανή, δεν άκουγα φωνή
ανθρώπου, μ’ έπιασε ένας αόριστος, ανεξήγητος φόβος. Εγώ, άνθρωπος ελεύθερος
από προλήψεις, περπατούσα βιαστικά κι από τον φόβο μου δεν κοίταξα ούτε πίσω,
ούτε στα πλάγια. Μου φαινότανε πως αν κοίταζα, θα’ βλεπα, χωρίς άλλο, τον Χάρο
σαν φάντασμα...
Η Πεπέ στην φράση «Θα
βλεπα τον Χάρο σαν φάντασμα», θυμήθηκε την Δέσπω∙
― «Δεν έχει βέβαια πενθούντα αγέρα η νύχτα ετούτη, αλλά μια
χαρούλα κάνει και την δουλειά του το φεγγάρι!∙ γιατί;∙ λίγα εγκλήματα
έχουν γίνει με φεγγάρι;∙ εξ’ άλλου
μιλάμε για σεξομανή δολοφόνο, ε, τι; δεν του πάει το φεγγάρι;.. Α, Δέσπω!∙ θα τον δεις τον Χάρο σου κι εσύ απόψε
μου φαίνεται...»∙ ολοκλήρωσε φωναχτά
το σκεπτικό της και τηλεφώνησε∙ η
Δέσπω δεν απαντούσε...!
Η Πεπέ γύρισε σελίδα στο μικρό κιτρινιάρικο βιβλίο και
συνέχισε την ανάγνωση...
Ο Τρισαγιάδης αναστέναξε ορμητικά, ήπιε νερό κι
εξακολούθησε:
―
Αυτός ο αόριστος φόβος, που τον καταλαβαίνετε όμως, δεν μ’ άφηνε ούτε όταν
ανέβηκα στο τέταρτο πάτωμα του σπιτιού, άνοιξα την πόρτα και μπήκα στην κάμαρή
μου. Η ταπεινή μου κατοικία ήταν σκοτεινή. Μεσ’ στην θερμάστρα μοιρολογούσε ο
αέρας, και σαν να ζητούσε ναύρει ζέστη, χτυπούσε το πορτάκι του ανεμιστήρα.
Αν
πιστέψω τον Σπινόζα, σκέφθηκα με χαμόγελο, είναι γραφτό μου να πεθάνω απόψε και
το ψυχομαχητό μου θα το συνοδεύει αυτό το μοιρολόγι. Άσκημη δουλειά.
Άναψα ένα σπίρτο... ένας ορμητικός αέρας πέρασε με μανία απ’
τη στέγη του σπιτιού. Το ήρεμο μοιρολόγι έγινε άγριο μούγκρισμα. Κάπου κάτω
χτύπησε ένα μισοξεκαρφωμένο παραθυρόφυλλο και το πορτάκι του θερμαντήρα μου με
μοιρολόγι ζητούσε βοήθεια...∙ «Άσχημα την έχουν οι άστεγοι τέτοιαν νύχτα»,
σκέφτηκα. Αλλά δεν ήταν καιρός να παραδοθώ σε παρόμοιες σκέψεις. Όταν με την
μαβιά του φλογίτσα άναψε το θειάφι του σπίρτου μου κι έριξα μια ματιά στην
κάμαρή μου, ένα απροσδόκητο και φοβερό θέαμα παρουσιάστηκε μπροστά μου... Τι κρίμα
που ο αέρας δεν έφθασε ως το σπίρτο μου!∙ ίσως τότε δεν θα’ βλεπα τίποτα και
δεν θα μου σηκωνόντουσαν οι τρίχες. Μ’ ένα άγριο ξεφωνητό, ώρμησα στην πόρτα
και γεμάτος τρόμο, απελπισία, θάμπος, έκλεισα τα μάτια μου...! Στην μέση της
κάμαρης ήταν ένα νεκροκρέββατο!
Η Πεπέ στράβωσε το στόμα της∙
― «Τ’ακούς Δέσπω;∙
νεκροκρέβατο! Νε-κρο-κρέ-βα-το!»∙έριξε
μια φευγαλέα ματιά στο ρολόι της και δοκίμασε να τηλεφωνήσει πάλι∙ ντριν, ντριν, ντριν... τίποτα∙ η κομμουνίστρια δεν απαντούσε∙ «αν
ήταν πτώμα, δεν θα ξαναμιλούσε ποτέ για βιολογικές καλλιέργειες»∙ αυτή η σκέψη παρηγόρησε την Πεπέ
κάπως...∙ αφοσιώθηκε στον Τσέχωφ...
....Αν κι η μαβιά σπιρτόφλογα δεν βάσταξε
πολύ, πρόφτασα να διακρίνω καλά το φέρετρο... Είδα την τριανταφυλλένια
χρυσοκέντητη μεταξωτή στόφα με τις λαμπερές σπίθες της, είδα στο σκέπασμα το
χρυσό σταυρό με σειρήτια.
Υπάρχουν, κύριοι,
πράγματα, που και μια μόνη στιγμή αν τα δούμε, αποτυπώνονται στην μνήμη μας.
Έτσι κι αυτό το νεκροκρέββατο. Το είδα μόλις ένα δευτερόλεπτο, και όμως το
θυμούμαι με όλες του τις παραμικρότερες λεπτομέρειες. Ήταν νεκροκρέββατο για
άνθρωπο μετρίου αναστήματος, και, αν κρίνω απ’ το τριανταφυλλένιο χρώμα, για
νέο κορίτσι... Η ακριβή στόφα, τα ποδαράκια, τα μπρούτζινα χερούλια, όλα
μαρτυρούσαν πως ο μακαρίτης ήταν πλούσιος.
Ώρμησα έξω απ’ την κάμαρή μου και χωρίς κρίση, χωρίς σκέψη,
παρά κυριευμένος από ανέκφραστη τρομάρα, βρέθηκα κάτω στην άκρη της σκάλας. Στο
διάδρομο και στη σκάλα ήταν σκοτάδι∙ τα πόδια μου μπερδεύοντουσαν στον ποδόγυρο
της γούνας μου κι είναι θαύμα πώς δεν
κατρακύλησα και δεν έσπασα το κεφάλι μου. Όταν βρέθηκα στον δρόμο, ακούμπησα
στον βρεγμένο στύλο του φαναριού κι άρχισα να συνέρχομαι. Η καρδιά μου χτυπούσε
δυνατά, δεν μπορούσα να πάρω την ανάσα μου...
Η Πεπέ όμως πήρε μιαν ανάσα, ρούφηξε και μια γερή γουλιά καφέ
και ξανατηλεφώνησε∙ η Δέσπω δεν
απαντούσε∙
― «Θα’ναι στις “ζάχαρες” με τον Λιχούδη φαίνεται...
ε, καλά, θα ξαναδοκιμάσω αργότερα...»∙
καθησύχασε το μυαλό της και συνέχισε την «Τρομερή νύχτα» του Τσέχωφ...
Μια απ’ τις κυρίες που άκουγαν ανέβασε λιγάκι το φως
της λάμπας και πλησίασε περισσότερο τον διηγητή, που εξακολούθησε:
― Δεν θα απορούσα αν
εύρισκα την κάμαρή μου να καίγεται, αν εύρισκα μέσα κλέφτη, λυσσασμένο σκυλί...
Δεν θα απορούσα αν η σκεπή, το πάτωμα ήταν γκρεμισμένα, οι τοίχοι πεσμένοι...
Όλα αυτά είναι φυσικά κι ευνόητα. Μα πώς μπορεί να βρεθεί στην κάμαρή μου
νεκροκρέββατο; Από πού ξεφύτρωσε; Ακριβό, γυναικείο, καμωμένο ολοφάνερα για νέα
αριστοκράτισσα, πώς μπορούσε να βρεθεί στην φτωχική κάμαρη ενός μικροϋπαλλήλου;
Άδειο είναι ή έχει μέσα πτώμα; Μα ποιά είναι αυτή η πλούσια, που αποχαιρέτησε
έτσι πρόωρα τη ζωή και μου’ κανε τέτοια αλλόκοτη και τρομερή επίσκεψη; Φοβερό
μυστήριο!∙ «Αν δεν είναι θαύμα, χωρίς άλλο είναι έγκλημα»∙ μου πέρασε απ’ το
νου....
Ξανατηλεφώνησε∙
τίποτα...! ∙ μονολόγησε μερικές βλασφήμιες
και επανέσκυψε στον Τσέχωφ∙ παρακάτω
τα πράγματα θα χειροτέρευαν...Ε, τί; το αμφισβητείτε;
Από την παραζάλη μου δεν ήξερα τί να υποθέσω. Στην
απουσία μου η πόρτα ήταν κλειδωμένη, και το μέρος όπου βρισκόταν το κλειδί, το
γνώριζαν μονάχα οι πιο στενοί μου φίλοι. Μα οι φίλοι δεν θα μου’ φερναν
νεκροκρέββατο. Μπορούσα πάλι να υποθέσω πως κατά λάθος το’ φεραν φερετροποιοί.
Δεν ήταν δύσκολο να παραγνωρίσουν, να κάνουν λάθος στο πάτωμα ή στην πόρτα και
να βάλουν το φέρετρο εκεί που δεν έπρεπε. Μα ποιός δεν ξέρει πως οι
φερετροποιοί μας δεν θα’ βγαιναν απ’ την κάμαρη, αν πρώτα δεν πληρωνόντανε για
την εργασία τους, ή, τουλάχιστον, αν δεν έπαιρναν κανένα φιλοδώρημα;
Τα
πνεύματα προείπανε τον θάνατό μου, σκέφτηκα. Μήπως αυτά έλαβαν και την φροντίδα
να μ’ εφοδιάσουν, στ’ αλήθεια, και με νεκροκρέββατο;
Εγώ κύριοι, δεν πιστεύω και δεν πίστευα στον πνευματιοσμό,
αλλά μια τέτοια σύμπτωση μπορεί να κάνει και φιλόσοφο ακόμα να τα χάσει.
«Μα
όλα αυτά είναι ανοησίες∙ είμαι φοβιτσιάρης σαν παιδί»∙ σκέφτηκα∙ «Ήταν οπτική
απάτη και τίποτα περισσότερο. Όταν ερχόμουνα στο σπίτι, είχα τέτοιο χάλι, που,
διόλου παράξενο, τ’ αρρωστημένα νεύρα μου, να είδαν νεκροκρέββατο... Βέβαια,
οπτική απάτη! Αμέ τι άλλο;»
― «Λες να πρόκειται για οπτική απάτη;»∙ αναρωτήθηκε υψίφωνα η Πεπέ και απάντησε στον ίδιο τόνο: «Μπα∙ αυτός ο Λιχούδης από χιλιόμετρα το
φωνάζει:“είμαι φονιάς”... Ας ξανατηλεφωνήσω...»∙ και ξανατηλεφώνησε∙ σινιάλο ζωής κανένα.
Συνέχισε το διάβασμα με σύγχυση που
τρεμόπαιζε επίμονα στα βλέφαρά της...
Η βροχή έδερνε το πρόσωπό μου κι ο αέρας τίναζε
δυνατά τον ποδόγυρο της γούνας μου, το καλπάκι μου... Είχα παγώσει από το κρύο,
ήμουν ελεεινά μουσκεμένος. Έπρεπε να πάω κάπου∙ μα πού; Να γύριζα στην κάμαρή
μου, ήταν το ίδιο σαν να’ θελα να διατρέξω τον κίνδυνο να ιδώ ακόμα μια φορά το
νεκροκρέββατο. Αυτό όμως το θέαμα ήταν ανώτερο των δυνάμεων μου. Να μείνω
μόνος, κατάμονος, με το φέρετρο, που ίσως να είχε μέσα και πτώμα, χωρίς να
βλέπω γύρω μου ούτε μια ψυχή ζωντανή, χωρίς ν’ ακούω ούτε μια φωνή ανθρώπου,
μπορούσα να χάσω τα λογικά μου. Να μείνω πάλι στον δρόμο με ραγδαία βροχή και
στο κρύο, δεν ήταν δυνατό.
Αποφάσισα
να πάω να περάσω τη νύχτα στου φίλου μου Αναστασιάδη, που καθώς ξέρετε, κατόπιν
αυτοκτόνησε∙ κατοικούσε στα επιπλωμένα δωμάτια του εμπόρου του Κρανιάδη στην
Νεκρή πάροδο...
― «Τελικά, όλοι εμείς οι μεγάλοι συγγραφείς μυστηρίου, έχουμε
προτίμηση στα ιδιαίτερα ονόματα∙
είμαστε εμπνευσμένοι∙ δεν χωρά
αμφιβολία!»∙ θαύμασε η Πεπέ κι
έσκασε ένα χαμογέλιο ικανοποίησης, που όμως ξέφτισε στην σκέψη της
δολοφονημένης φίλης∙ τηλεφώνησε...∙ ξανά, ξανά, ξανά∙ «σσστ!∙ το πτώμα
κοιμάται!» ∙ μονολόγησε.
Γύρισε πάλι σελίδα στον Τσέχωφ:
Ο Τρισαγιάδης σκούπισε τον κρύο ιδρώτα απ’ το
κιτρινιασμένο πρόσωπό του και με βαθύ αναστεναγμό εξακολούθησε:
― Ο φίλος μου δεν
ήτανε στο σπίτι. Αφού χτύπησα την πόρτα και βεβαιώθηκα πως δεν είναι μέσα,
σκάλισα στο δοκάρι και βρήκα το κλειδί, άνοιξα και μπήκα. Πέταξα από πάνω μου
στο πάτωμα την βρεγμένη γούνα, βρήκα πασπατευτά στα σκοτεινά το ντιβάνι και
κάθησα να ξεκουραστώ. Ήταν σκοτάδι... Ο αέρας βούϊζε λυπηρά στον αεριστήρα του
παραθυριού. Μέσα στην θερμάστρα ένας γρύλλος σφύριζε αδιάκοπα το μονότονο
τραγούδι του. Στο Κρεμλίνο άρχισαν να
σημαίνουν τον Χριστουγεννιάτικο όρθρο. Έσπευσα να ανάψω σπίρτο. Αλλά το φως δεν
μ’ ελευθέρωσε απ’ την κακοδιαθεσία, απεναντίας...∙ ένας φοβερός, ανέκφραστος
τρόμος μ’ έπιασε πάλι... Έβαλα τις φωνές, κλονίστηκα και, σαν τρελλός,
πετάχτηκα απ’ την κάμαρη...
Στο
δωμάτιο του φίλου μου είδα ό,τι και στο δικό μου∙ ένα νεκροκρέββατο!
Η Πεπέ ένιωσε μια πνιγηρή θερμότητα∙ άρχισε να τηλεφωνεί μπερδεύοντας από ταραχή τα νούμερα∙ προσπάθησε κάμποσες φορές∙ έβραζε, ξεφυσούσε σαν τρελλός δράκος
παραμυθιού..∙ παραμίλησε:
― «Ε, ας είσαι πτώμα αγαπητή μου∙ δεν θα σκάσω! Λοιπόν, τί λέει παρακάτω ο Τσέχωφ μου;..»
Το φέρετρο του φίλου μου ήταν σχεδόν διπλάσιο του
δικού μου, και η κανελλιά γαρνιτούρα, του έδινε ξεχωριστή αγριάδα. Πώς βρέθηκε
εδώ; Πως ήταν οπτική απάτη, δεν υπήρχε πια καμμιά αμφιβολία... Δεν μπορούσε δα
σε κάθε κάμαρη να υπάρχει κι από ένα νεκροκρέββατο! Φως φανερό πως όλα αυτά
ήταν από ασθένεια των νεύρων μου, από παραίσθηση. Όπου κι αν πήγαινα λοιπόν
τώρα, θα’ βλεπα παντού μπροστά μου την φοβερή κατοικία του θανάτου. Μ’ άλλα
λόγια, έχανα τα λογικά μου, πάθαινα κάτι σαν «φερετρομανία» να πούμε, και δεν
χρειαζότανε πολύ να βρω την αιτία της τρέλλας∙ έφθανε μονάχα να θυμηθώ τον
πνευματισμό και τα λόγια του Σπινόζα....
«Τρελλαίνομαι!»∙
σκέφτηκα με φρίκη, κι άρπαξα το κεφάλι μου∙ «Θεέ μου! Τί να κάνω;!». Το κεφάλι
μου γύριζε, τα πόδια μου παρέλυσαν... Η βροχή εξακολουθούσε να πέφτει με τις
στάμνες, ο αέρας φυσούσε πέρα- πέρα, κι εγώ ήμουνα χωρίς γούνα, χωρίς καλπάκι.
Να γυρίσω στην κάμαρη να τα πάρω, ούτε να το σκεφθώ καν ήθελα∙ ήταν ανώτερο απ’
τις δυνάμεις μου... Ο φόβος μ’ έσφιγγε δυνατά στην ψυχρή αγκαλιά του, και μολονότι
πίστευα πως όλα αυτά ήταν παραίσθηση, ωστόσο οι τρίχες μου είχαν σηκωθεί κι απ’
το πρόσωπό μου έτρεχε κρύος ιδρώτας
Τι έπρεπε να κάνω; - εξακολούθησε την διήγηση ο
Τρισαγιάδης-. Ήμουν σαν τρελλός και κινδύνευα να πουντιάσω στα γερά. Ευτυχώς
θυμήθηκα, πως, εκεί κοντά στη Νεκρή πάροδο, κατοικούσε ο καλός μου φίλος
Νεκροταφείδης, που μόλις είχε τελειώσει τις ιατρικές σπουδές του, κι εκείνη τη
νύχτα είχε λάβει μέρος μαζί μου στα πνευματιστικά πειράματα. Έτρεξα σ’ αυτόν...
Τότε δεν ήταν παντρεμένος με την πλούσια πραματευτάδισσα και κατοικούσε στο
πέμπτο πάτωμα του σπιτιού του πολιτικού συμβούλου Μνηματάκη.
Στου
Νεκροταφείδη ήταν γραφτό να δοκιμάσουν τα νεύρα μου νέα βάσανα. Όταν ανέβαινα
το πέμπτο πάτωμα, άκουσα έναν τρομερό θόρυβο. Κάποιος έτρεχε απάνω, χτυπούσε
δυνατά τα πόδια του και βροντούσε τις πόρτες.
«Τρέξτε!»
άκουσα μια σπαραχτική φωνή∙ «Τρέξτε! Φύλακα!». Και την ίδια στιγμή από πάνω
προς τα κάτω ερχότανε μ’ ορμή καταπάνω μου ένα μαύρο σώμα με γούνα και
τσαλακωμένο ψηλό καπέλλο....
«Νεκροταφείδη!»∙
φώναξα στον φίλο μου που τον αναγνώρισα∙ «Συ είσαι; Τι έπαθες;».
Μόλις
πλησιάσε ο Νεκροταφείδης στάθηκε και μ’ άρπαξε σπασμωδικά απ’ το χέρι. Ήταν
κίτρινος, ανάσαινε με δυσκολία, έτρεμε. Τα μάτια του πλανιόντανε εκστατικά, το
στήθος του φούσκωνε...
«Συ
είσαι Τρισαγιάδη;» ρώτησε με υπόκωφη φωνή∙ «Μα είσαι εσύ; Έτσι κίτρινος είσαι
σαν να βγήκες από μνήμα... Μα, μην είσαι και συ παραίσθηση; Θεέ μου!... Τι
φριχτός που είσαι...!»
«Μα τί
έπαθες;»∙ ρώτησα∙ «Η όψη σου είναι σαν το κερί!»
«Ωχ, στάσου, μάτια μου, να πάρω την ανάσα μου... Χαίρω που
σε είδα, αν αλήθεια είσαι εσύ, και δεν είναι οπτική απάτη. Αναθεματισμένος
πνευματισμός!... Έτσι μού τάραξε τα νεύρα που φαντάσου, δεν είναι πολλή ώρα που
γύρισα στην κάμαρη μου κι είδα μέσα ένα νεκροκρέββατο!»
Δεν
πίστεψα τ’ αυτιά μου και τον παρακάλεσα να το επαναλάβει.
«Νεκροκρέββατο,
πραγματικό νεκροκρέββατο!»∙ είπε ο γιατρός και κάθησε εξαντλημένος στο
σκαλοπάτι∙ «...δεν είμαι δειλός, μα κι αυτός ο διάβολος θα τρομάξει, αν ύστερα
από πνευματιστικά πειράματα, σκοντάψει μες στο σκοτάδι απάνω σε φέρετρο!»
Συγκεχυμένα και ψευδιστά του διηγήθηκα για τα νεκροκρέββατα
που είδα κι εγώ... Για μια στιγμή βλέπαμε ο ένας τον άλλον με γουρλωμένα μάτια
και ανοιχτά από θαυμασμό στόματα. Ύστερα, για να βεβαιωθούμε πως δεν
ονειρευόμαστε, αρχίσαμε να τσιμπούμε ο ένας τον άλλον...
«Και
οι δυο πονούμε»∙ είπε ο γιατρός∙ «άρα αυτή τη τη στιγμή δεν κοιμούμαστε και δεν
βλέπουμε όνειρο. Με άλλα λόγια τα φέρετρα, τόσο το δικό μου, όσο και τα δύο
δικά σου δεν είναι οπτική απάτη, αλλά κάτι πραγματικό. Τί θα κάνουμε λοιπόν
τώρα μάτια μου;».....
Τσαλάκωσε την σελίδα κι
άφησε την διήγηση του Τσέχωφ να περιμένει...
Η νύχτα έσφιγγε την ησυχία της και το αλλόκοτο φεγγάρι έσερνε
την επικίνδυνη κοκκινιά του πέρα στον σκοτεινό ορίζοντα. Η Πεπέ Όλι πήγαινε
πέρα-δώθε στο δωμάτιο, έβριζε, έσπρωχνε νευρικά τ’αντικείμενα, κλωτσούσε
καρεκλοπόδαρα, κάπνιζε ανάβοντας το’να μετά το άλλο τα στυφά σιγαρέτα, ήταν
εκτός εαυτού επειδή το τηλέφωνο τής Δέσπως επέμενε στην θανάσιμη σιγή του...∙ ξημέρωνε Κυριακή κι η Πεπέ θεωρούσε
πως οι καμπάνες θα χτυπούσαν αποκλειστικά και μόνον για το πτώμα της φίλης της
που μάλιστα, αμφίβολο ήταν αν θα βρισκόταν σαπισμένο πουθενά... Η κρίση πανικού
της Πεπέ ήταν εξολοθρευτική υστερία κι ευτυχώς που είχε μερικά ξερά σοκολατάκια
γιατί το ζάχαρό της είχε πέσει κατακόρυφα∙
το’χε περίπου σίγουρο το υπογλυκαιμικό κώμα Κατάπιε αμάσητα τρία-τέσσερα
σοκολατάκια, κι έτσι για την γεύση, ρούφηξε και δυο γουλιές λικέρ που θύμιζε
σιρόπι του βήχα. Επόμενη σωτήριος κίνηση, να γραπώσει το νερομπούκαλο και να
καταβρέχει συνεχώς το κεφάλι της ώστε να μετριάζει την φλόγωση των εγκεφαλικών
της ημισφαιρίων∙ νύχτα του Αγίου
Βαρθολομαίου!
Κυριακή ώρα 5.30 πρωινή. Ο Τσέχωφ παρέμενε ανοιχτός και πάνω
του τα δάκτυλα της Πεπέ έπαιζαν σχιζοφρενικές συνθέσεις∙ τα νεύρα της χιλιοτρύπητα κουρέλια!
Επιτέλους κάτι έγινε∙
κτύπησε η πόρτα∙ η Πεπέ άρχισε να
θρηνεί διότι ήταν παραπάνω κι από βέβαιη πως στο άνοιγμα θα έβλεπε έναν
αστυνόμο, άσχημο οπωσδήποτε, να της γνωστοποιεί πως βρέθηκε το πτώμα της
μωρόνους φίλης της και θα έπρεπε να σπεύσει αυτή προς αναγνώρισή του.
Άνοιξε με ταχυπαλμία.
Το θέαμα χαράκωνε και το πιο σκληροτόμαρο βλέμμα∙ μάλιστα∙ με το
πολυσυζητημένο ακίνητο χαμόγελο έστεκε μπρος της ο διαχειριστής Γλομπομάτης
Λιχούδης∙ ούτως ειπείν: ο δολοφόνος!∙ το στυγερό κτήνος, να λέμε καλλίτερα.
Η Πεπέ άσπρισε∙
έγινε το μούτρο της σαν ζελατίνη∙
είχε όμως το ταλέντο της ψυχραιμίας, φλογοβόλο κι ατισάθευτο ύφος παλάβρας∙ α, αυτό, τσάκιζε την αμυντική άνεση
και του χειρότερου δολοφόνου.
― «Τί τρέχει Λιχούδη;»
― «Παρακαλώ Πεπέ, μήπως μπορείς να κατέβεις μαζί μου στα
υπόγεια της πολυκατοικίας να μου εξηγήσεις κάποιους χρονοδιακόπτες...;»
Ε, αυτό πια ήταν σκέτη υπογραφή σε ομολογία εγκλήματος! Ο
διαχειριστής ζητούσε διαχειριστική βοήθεια απ’την ένοικο Πεπέ, η οποία όμως
γνώριζε απο χρονοδιακόπτες – παραδεχόμαστε... Αλλά και τί που γνώριζε;∙ εδώ το πράγμα μιλούσε μόνο του∙ ο Λιχούδης είχε σφάξει την Δέσπω και
τώρα ήθελε να συμπαρασύρει την Πεπέ στα υπόγεια για να την ξαποστείλει κι αυτήν
στα ουράνια άπατα, για να απαλλαχθεί απ’την μόνη μάρτυρα της γνωριμίας του με
την Δέσπω. Αλλά... αλλά, λέμε, ο υπερεγκέφαλος της Πεπέ, όλα αυτά τα
σατανοειδή, τα συνέλαβε με την “μία” ∙
«α, μαύρο φίδι που
σ’έφαγε πανάθλιε Λιχούδη...∙ δεν ξέρεις πού έμπλεξες∙ Πεπέ Όλι με λένε∙ τί;;
δεν έχεις ακούσει περί εμού; ε, ας πρόσεχες...»∙ σκεφτόταν η Πεπέ και μόνο που σκεφτόταν φλόγιζαν οι οφθαλμοί της
τα μάλα.
― «Πού είναι ρε η Δέσπω;»∙
είπε μόνον και του’δωσε μια σχετικώς ελαφριά σκουντιά κατάστηθα.
― «Δεν έχω ιδέα»∙
απάντησε ήρεμα, φυσιολογικά και γελαστά βεβαίως ο Λιχούδης.
― «Δεν έχεις ιδέα ε; Έχω εγώ όμως ιδέα για το πού είναι, και
λέω να σε στείλω κατά εκεί που είναι αυτή»
∙ απείλησε η Πεπέ.
― «Α, περίφημα!»∙ συμφώνησε ο Λιχούδης για να εξοργισθεί πέρα για πέρα η Πεπέ μας,
το καμάρι μας, το στολίδι της εγκληματολογικής έρευνας!
― «Λιχούδηηηη!» ∙
γκάριξε.
― «Τίί;»∙ ήρεμος ως
καλοταϊσμένο βρέφος ο άνθρωπος του θεού
-λέμε τώρα.
― «Καλάάάά...Καλάάάά λέω!∙
και μέτρα με πόσα άλφα εξτρεμιστικά το λέω..∙ τέτοιο “καλά” δεν θα σου’χει
ξαναλάχει...».
― «Λοιπόν Πεπέ, θα κατέβουμε στο υπόγειο να μου δείξεις τους
χρονοδιακόπτες;»∙ μωρέ μπράβο!∙ τί δολοφόνος απείρου κάλλους ήταν
αυτός με τέτοια ψυχραιμία!
― «Τώρα όχι. Με πονά η μέση μου...»
― «Να στην τρίψω;»∙
προσεφέρθηκε ο Λιχούδης κι άπλωσε πλοκαμωτά τα χέρια του.
― «Γιάά αλάργα τα κουλάδια σου Γλομπομάτη...∙ οι εντριβές από ελόγου σου με
μάραναν... Λοιπόν άιντε δίνε του... Αργότερα, “αν και εφ’όσον”, μπορεί να σου δείξω τους
χρονοδιακόπτες... Εξαρτάται απ’τις εξελίξεις...»
― «Ποιές εξελίξεις;»∙
σταθερά χαμογελαστός και ουδόλως ανήσυχος έθεσε την κρίσιμη ερώτηση ο
επικείμενος δολοφόνος...
― «Του Τσέχωφ...»∙
απάντησε σαν στεγνό χαρούπι η Πεπέ.
― «Του Τσέχωφ;!»
― «...Ναι, τις εξελίξεις της “τρομερής νύχτας” του Τσέχωφ... ∙ τί χάζεψες;»
― «Το’χω διαβάσει∙
δεν έχει εξελίξεις...»∙ είπε με
σίγουρο ύφος ανθρώπου που’χει εντρυφήσει στα τερτίπια της κριτικής σκέψης.
Ημικρανία του πλέον διαπεραστικού πόνου έζωσε την Πεπέ... ∙ ε, αυτό το θράσος του!
― «Κι εγώ το’χω διαβάσει Λιχούδη!∙ δεν περίμενα την αφεντιά σου να μου πει αν έχει ή δεν έχει
εξελίξεις η “τρομερή νύχτα” του Τσέχωφ...∙ έχει και παραέχει εξελίξεις και πρόσεχε μην κι υποστείς τις συνέπειες
των εξελίξεων... Χμ... αυτό σου λέω μόνο!»∙
αφού ένιωσε μια κάποια εκτόνωση, του’κλεισε την πόρτα κατάμουτρα.
Ξεφυσώντας ως εξουθενωμένο κυνηγόσκυλο, η Πεπέ, αποφάσισε να
τηλεφωνήσει στον Αρχισυντάκτη Άυλο και να διαφωτιστεί -νόμιζε- απ’την εγκληματολογική
του εμπειρία∙ αυτός ο δολοφόνος την
είχε πολύ προβληματίσει και μόνον ο Αρχισυντάκτης της φτωχοφημερίδας «Τελευταία
Βοήθεια» θα μπορούσε να ψυχαναλύσει το φαινόμενό του∙
― «Αρχισυντάκτα... δεν πειράζει που σε ξυπνάω∙ έτσι κι αλλιώς έχεις αμνησία∙ σε λιγάκι δεν θα θυμάσαι ότι ξύπνησες
και θα κοιμηθείς πάλι σαν πουλάκι...»
― «Ποιός είναι καλέ βραδιάτικα; α, γιαγιάκα εσύ είσαι...;»
― «Τί βραδιάτικα Αρχισυντάκτα;∙ πρωινιάτικα θες να πεις... Και άκου, η γιαγιάκα σου έχει πεθάνει
πριν κάτι δεκαετίες...»
Ο Αρχισυντάκτης έβαλε τα κλάμματα:
― «Τίί;! πέθανε η γιαγιάκα;!∙ ποιός την σκότωσε; ποιός;;;!»
― «Μην ωρύεσαι Αρχισυντάκτα∙ μου’γδαρες το αυτί! Κανείς δεν σκότωσε την γιαγιάκα σου∙ πέθανε από γεροκουρκούτιασμα∙ εννενήντα χρονών το μαθουσαλόπαιδο
της οικογένειάς σας!»
― «Κι εσύ καλέ μου άνθρωπε ποιός είσαι;∙ ο καντηλανάφτης του τάφου της∙
α, βέβαια, ναι, γνώρισα την φωνή σου∙
τί χαμπάρια κύριε καντηλανάφτα;»
― «Τι ιδέες έχεις Αρχισυντάκτα Άυλε;! Εσύ δεν έχασες τελικά
την μνήμη σου, εσύ απέκτησες καινούργια μνήμη...! Τί καντηλανάφτης κι αηδίες
μού τσαμπουνάς;∙ δεν ακούς την
γυναικεία φωνή μου;»
― «Γυναικεία φωνή;! Μπα, όχι κάνετε λάθος∙ η φωνή σας είναι..είναι...∙
μισό λεπτό να θυμηθώ..∙ ναι, βέβαια,
η φωνή σας είναι του Μπενίτο Μουσσολίνι! Α, φασιστόμουτρο, πόσες φορές πρέπει
να το πω, πως δεν θέλω νταλαβέρια με φασιστικά γουρούνια! Ααααα... σκοτώστε τον
Μπενίτο Μουσσολίνι!»∙ ούρλιαξε και
βρόντηξε το τηλέφωνο.
Η Πεπέ έμεινε με το ακουστικό στο χέρι∙
― «Σοβαρή η κατάστασή του!»∙ μονολόγησε∙ «Για δες
τι μπορεί να πάθει κανείς από ένα αθώο χτυπηματάκι...∙ κι από τί; ∙ του’πεσε,
λέει, μια χελιδονοφωλιά στο κεφάλι!∙
μη χειρότερα!»
Άρχισε πάλι να τηλεφωνά στην Δέσπω∙ όσο να πεις, μια κάποια ελαφρά αμφιβολία τής είχε δημιουργηθεί∙
«μπας και δεν την είχε σκοτώσει ο βλαμμένος;!∙ τέτοια ψυχραιμία για
δολοφόνο παραπάει πια!»∙ σκεπτόταν και εξακολουθούσε να
τηλεφωνεί∙ νέκρα∙ σημείο ζωής ουδένα!
Η ώρα κόντευε πια 12 μεσημέρι∙ η ταραχή της την υποχρέωνε τώρα να κλητεύσει τον αδελφό της Πιοπό
Όλι, ώστε να βρει μια συμμαχική πλάτη σ’αυτήν την τραγική υπόθεση, που του
αφηγήθηκε με το “νι” και με το “σίγμα”....
Όσο κράτησε η σπαραξικάρδιος ενημέρωση, ο βιβλικός Πιοπό
έδειχνε άψογη σοβαρότητα∙
ανατριχιαστική σοβαρότητα!∙ναι,αυτό!∙ εντελώς ανάρμοστη για το καθιερωμένο
χλευαστικό αμφάς του. Εντέλει, ο στοχαστής Πιοπό, ψαχούλευσε φιλοσοφικά την
γενειάδα του σαν να επρόκειτο να βρει εκεί κρίσιμες απαντήσεις και εκβάλλοντας
ένα εισαγωγικό μούγκρισμα, μίλησε με περισσή βιβλικότητα:
― «ΩΩΩμμ... Κυριακή σήμερα! Κυριακή και πεθαμένη!»
Η Πεπέ αναζήτησε στο πλάι των φρυδιών του ένα κάποιο
εμπαιχτικό ίχνος∙ ουδένα!∙ όλα μαρτυρούσαν αρμόζουσα ευγένεια
και αληθινή συμπόνια.
Ο Πιοπό επανέλαβε με στόμφο:
― «Κυριακή και Πεθαμένη!»
― «Ε, λοιπόν, ως εδώ η αγωνία∙ δεν θα πάθω έμφραγμα!∙
ειδοποιώ πάραυτα την αστυνομία να κάνουν έρευνα στον Γλομπομάτη∙ με τίποτα τσουχτερές σφαλιάρες θα
ξεράσει όσα πρέπει!»∙ τσίριξε η Πεπέ
και σιγουρότατη πως το πτώμα της ανόητης φίλης της, βρισκόταν στο πάνω απ’το
κεφάλι της διαμέρισμα του διαχειριστή, διχάλωσε την τηλεφωνική συσκευή και
κάρφωσε τα δάχτυλα στον αριθμοκύκλο.
Σε κείνη την κρίσιμη για την ιστορία της εγκληματολογικής
τέχνης, στιγμή, ο Πιοπό αχνοχάϊδεψε το τομίδιο διηγημάτων του Τσέχωφ και
ρίχνοντας ένα βιαστικό βλέμμα στην ανοιχτά τσεκαρισμένη σελίδα της «Τρομερής
Νύχτας», ψιθύρισε:
― «Κυριακή και Πεθαμένη.... αλλά... τί λέει παρακάτω ο
Τσέχωφ;»∙ κι ο βαθύφωνος Πιοπό
διάβασε:
Αφού σταθήκαμε μια ολόκληρη ώρα στην κρύα σκάλα και
χανόμασταν σε εικασίες και συμπεράσματα, και τουρτουρίζαμε απ’ το κρύο,
αποφασίσαμε ν’ αφήσουμε τον μικρόψυχο τρόμο, να ξυπνήσουμε τον υπηρέτη και να
πάμε μαζί του στην κάμαρή του. Αυτό και κάναμε. Μπήκαμε στο δωμάτιο, ανάψαμε
κερί και είδαμε, πράγματι εκεί, ένα φέρετρο με κάτασπρη γαρνιτούρα, με χρυσά
κρόσσια και φούντες. Ο υπηρέτης με ευλάβεια έκανε το σταυρό του.
«Τώρα
μπορούμε να μάθουμε» είπε ο γιατρός κίτρινος και τρέμοντας σύγκορμος «άδειο
είναι αυτό το νεκροκρέββατο ή ...κατοικημένο;»
Ύστερα
από ένα μακρό, φυσικό δισταγμό, ο φίλος έσκυψε και, με σφιγμένα από τον φόβο
και την προσδοκία δόντια, τράβηξε το σκέπασμα απ’ το νεκροκρέββατο. Κυττάξαμε
μέσα και... Το νεκροκρέββατο ήταν άδειο!
Κανέναν
μακαρίτη δεν είχε μέσα∙ βρήκαμε όμως το ακόλουθο γράμμα:
«Αγαπητέ Νεκροταφείδη! Ξέρεις πως οι δουλειές
του πεθερού μου πήγαν πολύ άσχημα. Είναι χρεωμένος ως τον λαιμό. Αύριο ή
μεθαύριο θαρθούν να καταγράψουν την περιουσία του, κι αυτό θα καταστρέψει
ολότελα την οικογένειά του και τη δική μου, θα καταστρέψει την τιμή μας, το
πολυτιμότερο πράμα για μένα. Στο χθεσινό οικογενειακό συμβούλιο αποφασίσαμε να
κρύψουμε ό,τι ακριβό και πολύτιμο έχουμε κι επειδή όλη η περιουσία του πεθερού
μου είναι από φέρετρα (γιατί καθώς ξέρεις, είναι ο καλύτερος φερετροποιός στην
πόλη), αποφασίσαμε να κρύψουμε τα καλύτερα φέρετρα. Καταφεύγω λοιπόν σ’ εσένα,
σαν φίλος, να με βοηθήσεις, να σώσεις την περιουσία μας και την τιμή μας! Με
την ελπίδα ότι θα μας συντρέξεις να διατηρήσουμε τα υπάρχοντά μας, σου στέλω,
αγαπητέ, ένα φέρετρο και παρακαλώ να το κρύψεις στην κάμαρή σου και να το
φυλάξεις ώσπου να το ζητήσουμε. Χωρίς την βοήθεια των γνώριμων και φίλων θα
χαθούμε. Ελπίζω να μη μου αρνηθείς, αφού μάλιστα το φέρετρο δεν θα μείνει κοντά
σου περισσότερο από μία βδομάδα. Σ’ όσους θεωρώ ειλικρινείς μας φίλους έστειλα
από ένα φέρετρο κι ελπίζω στην μεγαλοψυχία κι ευγένειά τους. Με αγάπη Ιβάν
Μασσέλλας».
Ύστερα
απ’ αυτά, τρεις μήνες γιατρευόμουν από διατάραξη των νεύρων, ο φίλος μας όμως ο
γαμβρός του φερετροποιού, έσωσε και την τιμή του και την περιουσία του και τώρα
διατηρεί κατάστημα κηδειών και πουλάει μνημεία κι επιτύμβιες πλάκες. Μα και
πάλι οι δουλειές του δεν πάνε πολύ καλά, και κάθε βράδυ τώρα, όταν μπαίνω στην
κάμαρή μου, φοβούμαι μην ιδώ κοντά στο κρεββάτι μου κανένα μαρμάρινο μνημείο ή
καμμιά νεκροφόρα...
Αντωνέ Τσέχωφ
Η Πεπέ συνοφρυώθηκε∙“Πώς ήταν δυνατόν να μην υπάρχει πτώμα;∙ ένα, βρ’αδελφέ,
δολοφονημένο ασφαλώς, πτώμα, που να επικαλείται την ευφυία της...;!” ∙ μαράζωσε ∙ σαν τσάμπουρο όλη της η όψη.
... Δοκίμασε ξανά στην τηλεφωνική γραμμή της Δέσπως∙ ντριν και ντρινν και ντριννν και
κάποτε η νυσταγμένη βραχνιασμένη φωνή απάντησε:
― «Λέγετε... Ποιός είναι..;»
Αντί “συστάσεων” η Πεπέ άρχισε κρεσέντα από
κατάρες κι αναθέματα, κι αφού έβρισε όπως αρμόζει σε Βαλκάνιο άνθρωπο, άκουσε
μετά ψυχικής καταπτώσεως, την διαφωτίστρια του κομμουνισμού να περιγράφει τις
ευδαίμονες σεξουαλικές νυχτερινές ώρες που απόλαυσε με τον διαχειριστή και να
ολοκληρώνει το ιδεολογικό μανιφέστο της
με θανατηφόρο πλήγμα:
― «Τα βιολογικά
προϊόντα καθαρίζουν τον οργανισμό απ’τις τοξίνες και ανεβάζουν την ερωτική μας
διάθεση...»
Το πλάνο απέκτησε ρωγμές από νευρικούς καπνούς σιγαρέττων κι η
εγκληματολογική συντάκτις Πεπέ Όλι μισοριγμένη στο κάθισμα, έμοιαζε τώρα με
μικρό ναρκωμένο ελέφαντα.
Ο Πιοπό, εντελώς
αργά και μπάσα, χλεύασε:
― «Κυριακή και πεθαμένη...» κι αφέθηκε σε ένα σπλαχνικό γέλιο,
πολύ εκνευριστικό.
Δεν έμενε τίποτα άλλο για να κλείσει αυτή η εγκληματολογική
ιστορία παρά ένα φαρδύ μετωπικό επίβρεγμα στο κατάγιομο πτωμάτων κρανίο της
Πεπέ...
Κατερίνα Ν. Θεοφίλη
ΚΥΡΙΑΚΗ ΚΑΙ ΠΕΘΑΜΕΝΗ
◙ Διευκρινήσεις:
- «...Τρομερή Νύχτα» = Διήγηση του Ρώσου,
πολυσύνθετου διηγηματογράφου, Αντωνέ Τσέχωφ∙ (1860 – 1904).
